Η ελπίδα της Ζάχρα

Home / Featured Actions / Η ελπίδα της Ζάχρα

“Είμαι η Ζάχρα. Είμαι άνθρωπος και από τις συγκυρίες είμαι και πρόσφυγας. Πιστεύω στον άνθρωπο και θέλω να συνεχίσω να πιστεύω στον άνθρωπο…Την κόρη μου θα την ονομάσω Αμάλ. Δηλαδή, ελπίδα. Γιατί διατηρώ την ελπίδα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, προς το καλύτερο… Σταματήστε τον πόλεμο κι εμείς με χαρά θα επιστρέψουμε στη Συρία, στην πατρίδα μας, στο σπίτι μας.”

Η Ζάχρα έχει ξεκινήσει από καιρό και καταγράφει την ιστορία της σε ένα βιβλίο που όπως λέει θέλει να το εκδώσει σε όσες περισσότερες γλώσσες μπορεί. Είναι, μόλις, 18 ετών, όμως, έχει ζήσει, ήδη, πολλά.

Η Συρία σε πόλεμο κι η απόφαση για το μεγάλο ταξίδι

Άφησα το σπίτι μου στην Ντέιρ Αλ-Ζορ το 2011 κι ενώ ήμουν 11 χρονών. Για δύο χρόνια μεταφερόμασταν συνέχεια εντός της Συρίας ψάχνοντας έναν τρόπο να φύγουμε. Η Συρία δεν ήταν πια ασφαλής. Κάθε μέρα τρομάζαμε μήπως σκάσει καμία βόμβα στο κεφάλι μας. Άνθρωποι σκοτώνονταν κι άλλοι συλλαμβάνονταν ή εξαφανίζονταν. Η πόλη μου ήταν κι αυτή μία εμπόλεμη ζώνη.

Ήμουν κι εγώ με την οικογένειά μου στους δρόμους το 2011 και διαδηλώναμε εναντίον του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ-Ασάντ. Δεν ήμασταν τρομοκράτες. Ήμασταν πολίτες που θέλανε δημοκρατία. Γι’ αυτό διαδηλώναμε. Ήμουν 11 χρονών, με το θείο μου, τους γονείς μας. Η αστυνομία πέταξε βόμβες στο πλήθος και ξεκίνησε να πυροβολάει. Ξέραμε, πλέον, πως δε μπορούμε να μείνουμε εκεί. Εάν μέναμε ή θα μας σκότωναν ή θα μας έβαζαν στη φυλακή. Όταν φύγαμε από την πόλη μου, δεν ήταν εύκολο να μετακινηθούμε στη Συρία. Ελπίζω μία μέρα να καταφέρω να γυρίσω σε μία Συρία που θα έχει ειρήνη κι όχι πόλεμο, που οι άνθρωποι θα ζουν και δε θα πεθαίνουν. Αυτό είναι το όνειρό μου. Να γυρίσω στο σπίτι μου, στους φίλους μου, στο σχολείο μου.

Από την Ντέιρ Αλ-Ζορ κατευθυνθήκαμε στη Ράκκα. Εκεί ήταν η βάση του Ισλαμικού κράτους. Ο δρόμος μας για την Τουρκία περνούσε αναγκαστικά από εκεί. Μας σταματάει ένα μπλόκο του ISIS που είχε κόψει το δρόμο. Ένας άνδρας πάρα πολύ ψηλός, σχεδόν τεράστιος, με μακριά μαλλιά και γενειάδα, πολύ τρομακτικός, μας ρωτάει που πηγαίνουμε και από που ερχόμαστε. Μιλάει στον πατέρα μου και τον ρωτάει εάν έχει κόρες. Μας ρωτάει επίμονα που πηγαίνουμε κι ο πατέρας μου απαντάει στο Χαλέπι. Γιατί πηγαίνετε εκεί; Ο πατέρας μου απαντάει ότι θέλουμε ειρήνη και θέλουμε να φύγουμε μακριά από τον πόλεμο. Εκείνος του λέει εσύ μπορείς να φύγεις με το γιο σου και τη γυναίκα σου, αλλά τις κόρες σου θα τις κρατήσω εγώ. Ο πατέρας μου τρελαίνεται και του φωνάζει. Μας έβγαλαν έξω από το αμάξι και μας φώναζαν να διαλέξουμε. Να πάμε μαζί τους ή να σκοτώσουν τον πατέρα μου. Εμείς κλαίγαμε με λυγμούς. Μετά από τρεις μέρες κι αφού μας είχαν συλλάβει, μας άφησαν, επιτέλους, να φύγουμε, αλλά δεν μας επέτρεψαν να πάμε προς το Χαλέπι. Πήγαμε πίσω στο Ντέιρ Αλ-Ζορ. Μείναμε για ένα μήνα ψάχνοντας με αγωνία να βρούμε έναν τρόπο να φύγουμε. Να φύγουμε μακριά. Και βρήκαμε τον τρόπο. Θα φεύγαμε ό,τι και να γινόταν. Αναγκαστικά περάσαμε ξανά από τη Ράκκα. Όμως εκείνη τη φορά δε μας σταμάτησε κανείς…

…Μείναμε στο Χαλέπι για δύο μέρες. Όταν αντικρίσαμε τα σπίτια στο Χαλέπι, αναρωτήθηκα γιατί. Γιατί γίνεται αυτό; Εγώ θα έπρεπε να είμαι στο σπίτι μου, στο σχολείο μου. Γιατί είμαι πρόσφυγας; Σε τι έφταιξα; Μετά φτάσαμε στο Ιντλίμπ, βορειοδυτικά της χώρας. Πολύ επικίνδυνο για εμάς, καθώς ο ISIS είχε δύναμη εκεί. Μείναμε εκεί για τρεις μέρες, χωρίς νερό, φαγητό, ηλεκτρικό ρεύμα. Ήμασταν έτοιμοι να περάσουμε στην Τουρκία. Στα σύνορα ήταν ο ISIS. Εάν μας έπιαναν, ήμασταν νεκροί. Εάν μας έπιανε η τουρκική αστυνομία, θα μας έστελνε πίσω και θα ήμασταν νεκροί. Μετά από τρεις μέρες αναμονής αποφασίσαμε το πέρασμα στην Τουρκία. Περπατήσαμε στα βουνά, διασχίσαμε ποτάμια κολυμπώντας. Η μικρή μου αδελφή έβαλε τα κλάματα. Την παρακαλούσα να ησυχάσει γιατί θα μας έπιανε η αστυνομία. Ξαφνικά ακούσαμε βηματισμούς και το βάλαμε στα πόδια. Φτάσαμε Τουρκία. Μας περίμενε ένα όχημα στο οποίο στριμωχτήκαμε μαζί με περίπου εκατό ανθρώπους. Δε μπορούσαμε να πάρουμε ανάσα. Φτάσαμε σε μία δομή φιλοξενίας προσφύγων στη Σανλιούρφα. Εκεί δε μπορούσαν να μας δεχθούν κι έτσι μείναμε στο δρόμο. Βρήκαμε κάποιον που μας φιλοξένησε για μία εβδομάδα σπίτι του. Ήταν δύσκολο να προσαρμοστούμε σε μία χώρα που δε ξέραμε καθόλου.

Η ζωή στην Τουρκία κι η Ελλάδα ευκαιρία για μία καλύτερη ζωή

Η Ζάχρα εξιστορεί το ταξίδι μέχρι την Ελλάδα και την Αθήνα και μιλάει για τα δύσκολα χρόνια στην Τουρκία όπου δούλεψε σκληρά για την επιβίωση από τα 13 της χρόνια.

Ήμουν 13 ετών όταν ξεκίνησα να δουλεύω. Έπιασα μία δουλειά σε ένα σουπερμάρκετ. Δούλευα μαζί με τέσσερα αγόρια και μία κοπέλα, όλοι τους Τούρκοι. Καθάριζα το χώρο περίπου δέκα φορές την ημέρα. Ξυπνούσα στις 07:00 για να πάω στη δουλειά και γύριζα σπίτι στις 23:00 το βράδυ. Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη κι αναρωτιόμουν γιατί; Γιατί; Όμως είχα ακόμα ελπίδα. Ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Στο μεταξύ ο πατέρας μου είχε σοβαρό θέμα με τα μάτια του και χρειαζόταν εγχείρηση. Χρειαζόταν φάρμακα. Δούλευα σκληρά για να μπορούμε να πληρώνουμε τα φάρμακα. Σήμερα είναι, σχεδόν, τυφλός.

Στην Τουρκία ζήσαμε για τρία χρόνια με την οικογένειά μου. Μόνο εγώ δούλευα, γιατί μόνο εγώ μπορούσα να δουλέψω, αφού και τα αδέρφια μου ήταν πολύ μικρά. Στους γονείς μου δεν άρεσε, φυσικά, αυτό, αλλά έπρεπε να επιβιώσουμε. Όταν επέστρεφα σπίτι και ξάπλωνα στο κρεβάτι, έλεγα στον εαυτό μου πως μια μέρα θα πάνε τα πράγματα καλύτερα, μια μέρα όλα θα αλλάξουν.

Ήρθαμε στην Ελλάδα παρ’ όλο που μαθαίναμε ότι πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα σε αυτό το επικίνδυνο ταξίδι. Πολλοί, μάλιστα, ήταν Σύροι. Στην Τουρκία δε νοιαζόταν κανένας για εμένα, αν θα ζήσω ή θα πεθάνω. Ήθελα απλά μία ήρεμη ζωή.

Για έντεκα ώρες ταξιδεύαμε μέχρι να φτάσουμε στη θάλασσα. Χωρίς νερό, φαγητό και σε ένα αυτοκίνητο ασφυκτικά γεμάτο. Όταν έχεις χρόνο να σκεφτείς, σκέφτεσαι πάντα τα χειρότερα. Προσευχόμουν να τα καταφέρουμε. Να κάνουμε το ταξίδι και να είμαστε ζωντανοί μετά από αυτό. Σκεφτόμουν τη Συρία. Ήμουν τόσο μακριά…Πότε θα γυρίσω; Θα γυρίσω άραγε ποτέ;

Στη θάλασσα χάσαμε το δρόμο μας. Για ώρες περιφερόμασταν και ξαφνικά η βάρκα σταματά. Επικρατεί πανικός. Η θάλασσα δεν ήταν ήρεμη και στο μεταξύ έκανε πολύ κρύο. Ο φόβος με είχε κυριεύσει. Έχω μία κάρτα SIM με την οποία μπορώ να καλέσω σε όλο τον κόσμο. Κάλεσα κάποιους ανθρώπους που ήξερα ότι ζουν στη Λέσβο. Μετά από πολλές προσπάθειες το σήκωσαν. Στο τηλέφωνο φώναζα σας παρακαλώ ελάτε να μας σώσετε. Η κατάσταση μας ήταν τραγική. Έστειλα την τοποθεσία μας και μου είπαν ότι είμαστε πραγματικά μακριά. Δεν είστε ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Τουρκία. Μας προέτρεψαν να περιμένουμε. Κι εμείς περιμέναμε, για ώρες… Άρχισα να χάνω την ελπίδα μου…Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Γιατί;

Μετά από ώρες, έρχεται ένα πλοιάριο (το λιμενικό). Η λύτρωσή μας. Στη βάρκα αναφωνούμε όλοι είμαστε ζωντανοί. Είμαστε ζωντανοί. Όταν θυμάμαι αυτή τη μέρα και μοιράζομαι την ιστορία μου, πονάω πολύ, αλλά δε με πειράζει. Είμαι εδώ, ζωντανή. Δεν τα κατάφεραν όλοι όμως…

Φτάσαμε στη Μόρια κι εκεί ο κόσμος μας υποδέθηκε με χαμόγελα. Είστε ζωντανοί αναφωνούσαν και ήρθαν να μας αγκαλιάσουν. Εμείς δεν είχαμε συνειδητοποιήσει, ακόμα, τι είχε συμβεί. Ήρθε σε εμάς ο υπεύθυνος της δομής. Μας είπε είστε εδώ κι εμείς θα προσπαθήσουμε να κάνουμε όλα όσα μπορούμε για να είστε καλά. Κάθε μέρα συνέβαινε αυτό. Ερχόταν νέος κόσμος από τη θάλασσα έχοντας κάνει αυτό το επικίνδυνο ταξίδι. Και τότε έτρεχα εγώ να τους υποδεχθώ και να τους καλωσορίσω στη ζωή.”

Η ίδια μιλάει εξαιρετικά αγγλικά ενώ παραδέχεται πως έχει μία πολύ καλή επαφή με τις γλώσσες. Προσπαθεί να μάθει τα ελληνικά, αλλά όπως λέει, την παιδεύουν πολύ. Η γλώσσα, επιμένει, ότι είναι ο τρόπος να γνωρίσεις τους ανθρώπους και να μάθεις την ιστορία τους.

Ο πατέρας μου δίδασκε αγγλικά στο πανεπιστήμιο της Δαμασκού, γι’ αυτό κι εγώ μιλάω τόσο καλά τη γλώσσα. Έμαθα τη γλώσσα γιατί ήθελα να γνωρίσω τον κόσμο, να συνδεθώ με διαφορετικούς ανθρώπους και κουλτούρες. Έλεγα πως όταν γίνω δημοσιογράφος και ταξιδεύω στον κόσμο, πρέπει να μπορώ να συνεννοούμαι πάρα πολύ καλά. Πρέπει να ξέρω να μιλάω και να γράφω καλά έτσι ώστε να μεταφέρω σωστά τις ειδήσεις. Θέλω να σου πω επίσης ότι αγαπώ πολύ και την ελληνική γλώσσα, αλλά με παιδεύει πολύ. Θα σου πω σ’ αγαπώ, γεια σου, καλημέρα, καληνύχτα. Και μπορώ να σε καταλάβω αν μου μιλάς αργά.

Στη Μόρια έγινα δημοφιλής γιατί μιλούσα αγγλικά και βοηθούσα στη διερμηνεία. Τους δικηγόρους, τους γιατρούς, όποιος χρειαζόταν μία καλή διερμηνέα, φώναζε τη Ζάχρα. Ήταν πολύ δύσκολο να ζεις εκεί, αλλά μάζεψα εμπειρίες κι έκανα φίλους.

Η δημοσιογραφία κι η ανάγκη για την αποκατάσταση της αλήθειας

Έπειτα, ήρθαμε στην Αθήνα. Είχαμε, επιτέλους, το δικό μας σπίτι. Ένα καλό σπίτι. Είμαι ευγνώμων για αυτό. Τα τελευταία δύο χρόνια που είμαι στην Αθήνα προσπαθώ να βοηθήσω άλλους πρόσφυγες που έχουν ανάγκη. Να τους μεταφράσω καθημερινά πράγματα που πρέπει να ξέρουν. Όπου μπορώ να βοηθάω το κάνω με μεγάλη χαρά. Δε θα στο κρύψω, όμως, ότι σκέφτομαι πάντα τις σπουδές μου.

Πήρα μία πιστοποίηση φωτογράφου μετά από κάποια σεμινάρια που παρακολούθησα. Δεν είμαι επαγγελματίας, αλλά λατρεύω τις φωτογραφίες για αυτό που κάνουν. Οι φωτογραφίες σε κάνουν να πιστεύεις τι συμβαίνει στον κόσμο. Ως δημοσιογράφος χρειάζεσαι αποδείξεις. Τα λόγια είναι εύκολα. Οι φωτογραφίες είναι αποδείξεις. Στη Συρία δεν είσαι ασφαλής. Διαβάζω κάθε μέρα τις ειδήσεις. Όμως, δεν πιστεύω αυτά που διαβάζω. Μπορείς να ψάξεις και να δεις το γιατί. Είναι ψέμα ότι οι Σύροι επιστρέφουν στη Συρία γιατί είναι ένα ασφαλές μέρος για αυτούς. Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να λέει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Αυτό θέλω να κάνω.

Έχασα πολύ χρόνο τα τελευταία επτά χρόνια. Θέλω να προχωρήσω. Να βρω επιτέλους ένα σπίτι, να ξεκινήσω τη ζωή μου. Κάθε τρία χρόνια αλλάζω χώρα και ζωή. Θέλω να πάω να σπουδάσω, να κάνω όλα όσα ονειρεύομαι. Θέλω να σπουδάσω δημοσιογραφία, δε θέλω να είμαι για το υπόλοιπο της ζωής μου πρόσφυγας.”

Φωτογραφία: Αγγελική Σταματάκη

%d bloggers like this: