Η αναζήτηση της Eντας

Home / Ευαισθητοποίηση / Η αναζήτηση της Eντας
Η αναζήτηση της Eντας

Η Έντα / Φωτογραφία: Αγγελική Σταματάκη

Τέσσερα χρόνια μετά την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, η Εντα έθεσε υποψηφιότητα για την Ευρωβουλή. Η εμπλοκή με τα κοινά και η πολιτική συμμετοχή είναι η πεμπτουσία της ενσωμάτωσης του ατόμου στην κοινωνία και η ίδια έχει μακρά πορεία στην ενασχόληση με το πεδίο της μετανάστευσης. Διαθέτει πλούσια πείρα έχοντας διαχρονική δραστηριότητα σε όλα τα επίπεδα: τη διδασκαλία, την έρευνα, τον ακτιβισμό, την πολιτική.

Σήμερα διδάσκει πολιτικές μετανάστευσης και σπουδές φύλου στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο University of New York in Tirana, καλύπτει ερευνητικά την Ελλάδα στο European University Institute και στο διάσημα 2012 – 2016 υπήρξε επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του ΕΛΙΑΜΕΠ στα θέματα της μετανάστευσης και της ένταξης.

Για την Εντα, η αναζήτηση απαντήσεων σε δυσεπίλυτα ερωτήματα είναι κάτι παραπάνω από μια πρόκληση: είναι προσωπική υπόθεση.


«Ηταν η εποχή της μεγάλης αλλαγής στην Αλβανία και η χώρα βρισκόταν σε αναστάτωση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 βρέθηκα στην Ελλάδα. Ημουν μόλις 20 χρόνων και είχα μόλις τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών. Είχα ιδέες, στόχους, όνειρα κι όλα αυτά συνδέονταν, πάντα, με το να είμαι ελεύθερη. Υπήρξε τότε μια μεγάλη τάση φυγής. Ηταν σαν να είχε ανοίξει μια μεγάλη φυλακή και ο καθένας έψαχνε μια χαραμάδα φωτός κι ελευθερίας. Οταν άνοιξαν τα σύνορα η γενιά μου αναρωτιόταν τι θα κάνει. Πολλοί κατέφυγαν στην Ιταλία, εγώ έτυχε και βρέθηκα στην Ελλάδα. Κανείς δεν φεύγει από την πατρίδα του εάν είναι όλα καλά.

»Εφτασα στην Αθήνα και η πρώτη μου ενέργεια ήταν να κάνω εγγραφή στο Πανεπιστήμιο για την εκμάθηση της γλώσσας. Εκείνη την εποχή οι μετανάστες στην Ελλάδα ήταν απλώς περαστικοί για κάποια άλλη χώρα. Εμαθα Ελληνικά έχοντας εξαιρετικούς καθηγητές, τους οποίους θυμάμαι μέχρι σήμερα. Αποφάσισα να εμβαθύνω στη γλώσσα έτσι ώστε να κατανοήσω τον πολιτισμό, το πνεύμα και την ιστορία της χώρας. Μια γλώσσα είναι κάτι παραπάνω από ένα μέσο επικοινωνίας. Για εμένα έγινε καθημερινότητα. Διάβαζα εφημερίδες και άκουγα ραδιόφωνο κάθε πρωί στον δρόμο για τη δουλειά. Αυτές τις συνήθειες δεν τις εγκατέλειψα ποτέ.

»Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε ένα ναυτιλιακό γραφείο στον Πειραιά. Στο μεταξύ οι υποχρεώσεις έτρεχαν γιατί είχα γίνει ήδη μητέρα ενός παιδιού. Μετά από κάποια χρόνια παρουσιάστηκε μια μεγάλη ευκαιρία που χάραξε την επαγγελματική μου πορεία: ένα πρόγραμμα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Δούλεψα σε μια τάξη πρώτης υποδοχής στην Αθήνα και παράλληλα σε ένα δημοτικό σχολείο. Ταυτόχρονα, ήμουν μέλος μιας ομάδας εργασίας για τη συγγραφή βιβλίων σχετικά με την εκμάθηση της Ελληνικής σε αλλοδαπά παιδιά. Εβλεπα πλέον τα πράγματα από την οπτική του δασκάλου, κάτι το οποίο ήταν πολύ διαφορετικό. Ηταν μια δύσκολη εποχή γιατί οι Αλβανοί αντιμετωπίζονταν με μεγάλη καχυποψία και αρνητισμό. Αμέτρητες φορές βρέθηκα να αμύνομαι, χωρίς να καταλαβαίνω τον λόγο. Είναι πολύ κουραστικό να πρέπει να αποδεικνύεις συνέχεια ποιος είσαι. Στις ειδήσεις αναφερόταν ένας Αλβανός εγκληματίας και την ίδια στιγμή στιγματίζονταν όλοι οι Αλβανοί. Με λυπεί όταν βλέπω τα απομεινάρια αυτής της αντίληψης ακόμα και σήμερα».

Η έρευνα ως διαδικασία κάθαρσης

«Δούλεψα για καιρό στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ημουν από την πλευρά της κοινωνίας των πολιτών και είχα αναπτύξει μια εξαιρετική συνεργασία με τον Συνήγορο του Πολίτη. Ημασταν χρήσιμοι στους συνανθρώπους μας αφού εργαζόμασταν από κοινού και σε υψηλό επίπεδο για να βρούμε λύσεις. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια υπόθεση στην οποία είχε δοθεί εντολή στα σύνορα να απελαθούν ανήλικα παιδιά που έχρηζαν προστασίας. Τα αντανακλαστικά ήταν γρήγορα και η σχέση του φορέα της Πολιτείας με την κοινωνία των πολιτών ήταν ισχυρή. Υστερα από λίγο καιρό μού δόθηκε η ευκαιρία να εργαστώ στο γραφείο μιας ευρωβουλευτίνας. Δούλευα στενά με τις μεταναστευτικές κοινότητες και είχα την ευκαιρία να βοηθάω στην πράξη. Παράλληλα, είχα μια εκπομπή στο ραδιόφωνο (σ.σ. για τέσσερα χρόνια) με τον Γκαζμέντ Καπλάνι και έγραφα σε εφημερίδα. Καταγράφαμε τα προβλήματα των μεταναστών και είχαμε ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας με τους ανθρώπους σε όλη την Ελλάδα.

»Εν τω μεταξύ έγινα δεκτή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής. Αναγκάστηκα να παραιτηθώ από τη δουλειά μου, καθώς ήταν ιδιαιτέρως απαιτητική και έπρεπε τα απογεύματα να παρακολουθώ τα μαθήματα. Βρήκα νέα δουλειά σε ένα Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης. Εργάστηκα πολλά χρόνια σε εκπαιδευτικά προγράμματα που είχαν στόχο την ένταξη. Πέρα από το θεωρητικό σκέλος μιας έρευνας, είχα ανάγκη να ακουμπήσω στην πραγματικότητα. Οταν τελείωσα το μεταπτυχιακό, ξεκίνησα αμέσως το διδακτορικό μου στο ίδιο τμήμα και σταθερά στο πεδίο της μετανάστευσης και της ένταξης. Η αναζήτησή μου μέσα από την έρευνα έχει τον χαρακτήρα της κάθαρσης. Το να μπορέσω μέσα από τη δική μου εμπειρία να δώσω λύσεις, κρατάει την ελπίδα μου ζωντανή και νιώθω δυνατή.

»Η απόκτηση της ιθαγένειας το 2015 διευκόλυνε τις καθημερινές συναλλαγές μου. Επιτέλους, μπορούσα να ταξιδεύω ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς και εξαντλητική γραφειοκρατία. Το 2019 έβαλα υποψηφιότητα για την Ευρωβουλή. Ηξερα ότι δεν θα εκλεγώ, αλλά πιστεύω πως η συμμετοχή των μεταναστών στις πολιτικές διαδικασίες μπορεί να λάβει έναν χαρακτήρα κοινωνικής διαπαιδαγώγησης τόσο για τους μετανάστες, που εμψυχώνονται να συμμετάσχουν όλο και περισσότερο στα κοινά, όσο και για την ελληνική κοινωνία, στην οποία τα ζητήματα της μεταναστευτικής κοινότητας γίνονται πιο ορατά. Είναι ανησυχητικό ότι η Ελλάδα δεν έχει εμπεδώσει θεσμικά την πολυπολιτισμική της διάσταση. Ο σύγχρονος κόσμος είναι διαφορετικός κι αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί πρόβλημα».

%d bloggers like this: